Γράφει ο Κώστας Κατσακιώρης
Φιλόλογος-φροντιστής - συγγραφέας
5 / 2 / 2013
 

 

  «Ενός κακού μύρια έπονται», λέει ο σοφός  λαός. Ρήση που επιβεβαιώνεται καθημερινά,  αφού τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται, όσο βαθαίνει η κρίση.  Η ανεργία καλπάζει κι η φτώχεια αγκαλιάζει όλο και περισσότερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Ήδη βρισκόμαστε για τα καλά στην κλίνη του προκρούστη. Από τη μια μεριά επιβάλλονται φόροι και ξανά νέοι φόροι, μέτρα λιτότητας και ξανά νέα μέτρα, περικοπές μισθών και συντάξεων  και ξανά περικοπές, που τσακίζουν προπαντός τους  μικρούς και τους αδύναμους. Από την άλλη μεριά στο όνομα της περιστολής των δαπανών αποδυναμώνεται βαθμιαία το κοινωνικό κράτος, ο τομέας της υγείας, της παιδείας, της πρόνοιας. Κοινή είναι η αίσθηση ότι όλα αυτά γίνονται πειραματικά και χωρίς οργάνωση, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό και κάτω από την επιτακτική πίεση των δανειστών, που έτσι κι αλλιώς αυτοί αποφασίζουν. Η θεσμική παράλυση της χώρας, απόρροια κατεξοχήν της διαφθοράς του πολιτικού συστήματος, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για τη μεθοδική αναζήτηση διεξόδου.

    Έχουν γίνει άπειρες αναλύσεις - από ειδικούς και μη - για το πώς οδηγηθήκαμε στην καταστροφή, για τις ευθύνες που βαρύνουν προπαντός την εξωνημένη πολιτική ελίτ και το κομματοκρατικό, κλεπτοκρατικό σύστημα γενικότερα. Το θέμα είναι τι γίνεται τώρα; Το επέκεινα; Ο νεοέλληνας βλέπει ότι χάνει ένα - ένα τα κεκτημένα του, ότι ο τρόπος ζωής του αλλάζει άρδην. Η ψυχολογία του έπεσε κατακόρυφα. Οι καλές μέρες, οι μέρες της πλασματικής ευημερίας γίνονται ανάμνηση. Όλα ανατράπηκαν και ανατρέπονται πολύ σύντομα και αφήνουν εναργώς το αποτύπωμά τους. Εξαιρετικά δύσκολη η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον, όταν μάλιστα γίνεται τόσο βίαια.

   Το παρόν γίνεται ζοφερό και το μέλλον εφιαλτικό. Και το χειρότερο από όλα είναι ότι δύσκολα μπορεί να διακρίνει μια αχτίδα φωτός, να αντλήσει από κάπου αισιοδοξία. Ακούμε καθημερινά δηλώσεις από τους κυβερνώντες -   μάλλον για την τόνωση των «ιθαγενών» -  που αφορούν την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, τις προοπτικές της χώρας. Όμως δυστυχώς τίποτε για την ώρα από αυτά δεν είναι ευδιάκριτο στον ορίζοντα. Η ανεργία καλπάζει, το τέρας της γραφειοκρατίας ανέγγιχτο, η κρατική μηχανή σε παράλυση και το πολιτικό σύστημα σε ανήκεστη βλάβη. Πώς λοιπόν να σχεδιάσει κάποιος, πώς να κάνει όνειρα - ιδιαίτερα ένας νέος άνθρωπος -  για το μέλλον του χωρίς ελπίδα και προοπτική; Γι’ αυτό άλλωστε πολλοί αναγκάζονται να ξενιτευθούν. Η κρίση περνά και αφήνει πίσω της κυριολεκτικά και μεταφορικά πτώματα. Καταχνιά, παντού καταχνιά κι απογοήτευση. Τα κεφάλια χαμηλωμένα, τα πρόσωπα ταπεινωμένα και ανέκφραστα, βουβά, θλιμμένα, σκυθρωπά. Η κοινωνία  καιρό τώρα βρίσκεται στα όρια της κατάθλιψης, στην εντατική, στο ανάκλινδρο του ψυχιάτρου.

    Γι’ αυτό επειγόντως χρειάζεται ένα συλλογικό σχέδιο υπέρβασης, ένα σχέδιο για την ανασύνταξη των υγιών δυνάμεων της χώρας, το θεσμικό εκσυχρονισμό της και την πνευματική ανασυγκρότησή της. Μέσα στα πλαίσια αυτά το πρώτιστο μέλημα είναι και πρέπει να είναι η στήριξη των θεμελιωδών θεσμών, η θωράκιση της γνήσιας δημοκρατίας και της κοινωνίας γενικότερα. Είναι ανάγκη να αποβάλουμε τις χίμαιρες, τον νεοπλουτισμό, το «life styl» και τον τυφλό επαρχιωτισμό, που μας οδήγησαν σ’ αυτή την άβυσσο, και να ξαναδώσουμε ουσιαστικό περιεχόμενο στις αξίες και τις έννοιες που ποδοπατήθηκαν, να ξαναβρούμε τον εαυτό μας και την επαφή μας με την πραγματική παιδεία και την παράδοση μας. Όλα αυτά βέβαια απαιτούν το γκρέμισμα του σαθρού οικοδομήματος, που χτίστηκε στα χρόνια της μεταπολίτευσης με κίβδηλα πρότυπα, με κακέκτυπα και με ολέθριες απομιμήσεις. Η αναστήλωση των αξιών, η ανάδειξη της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς μας και οι συλλογικές προσπάθειες με πνεύμα αλληλεγγύης μπορούν να δώσουν προοπτικές στον ρημαγμένο τόπο και να εγγυηθούν ένα καλύτερο αύριο για τις γενιές που έρχονται.

    Απαιτείται, δηλαδή, μια πολιτιστική αναγέννηση που θα προσδώσει νόημα και περιεχόμενο στις υπάρξεις μας και στις επιλογές μας. Είναι  αδήριτη ανάγκη να μείνουμε όρθιοι, αντλώντας δύναμη από ό,τι εκφράζει την ελληνική ταυτότητα, γιατί είναι σίγουρο ότι οι λαοί, όταν κρατούν ισχυρούς τους δεσμούς με τους προγόνους, όχι μόνο δεν πεθαίνουν αλλά αναγεννώνται από τις στάχτες τους. ΄Εχουμε χρέος ως κοινωνία προτάσσοντας το εθνικό συμφέρον να επενδύσουμε στη γνώση, στην γόνιμη πρωτοβουλία και στην καινοτομία, αξιοποιώντας  το πνευματικό κεφάλαιο του τόπου. Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει  να  ενισχύσουμε με πράξεις και όχι λόγια (από λόγια χορτάσαμε δεκαετίες τώρα) τον θεσμό της παρεχόμενης παιδείας,  επιδιώκοντας πρωτίστως τον ουσιαστικό εκσυχρονισμό της.

    Όμως, πολύ φοβάμαι ότι η οικονομική δυσπραγία, η ανεργία και η αναπόφευκτη λιτότητα κάνει ήδη και θα κάνει  ακόμα περισσότερο την παιδεία   πιο ταξική, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ιδιαίτερα για τις λαϊκές τάξεις και για τη χώρα. Φοβάμαι ότι οι γενναίες περικοπές στις δαπάνες για την παιδεία προοιωνίζουν δυσάρεστες εξελίξεις, που θα οδηγήσουν στη  σταδιακή απαξίωση της μόρφωσης. Κι αυτό, αν συμβεί, θα είναι ολέθριο στη σημερινή  εποχή μάλιστα που οι γνώσεις πολλαπλασιάζονται ραγδαία και που αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα η δια βίου εκπαίδευση. Η πολυπόθητη ανάπτυξη για την οποία γίνεται λόγος δεν είναι δυνατό να έλθει  με ελλειμματικό πνευματικό κεφάλαιο. Απαιτούνται γνώσεις και κατάλληλα πνευματικά εφόδια, τολμηρές,  ρηξικέλευθες ιδέες ακόμα και στον πρωτογενή τομέα παραγωγής, όπου  σχεδόν συστηματικά τα ΜΜΕ παροτρύνουν τους νέους να ασχοληθούν. Χωρίς γνώσεις ο αγρότης παραμένει καθηλωμένος ως ένας εργάτης γης, κατά το πρότυπο της δεκαετίας  του ’70,  δηλαδή δεν είναι σε θέση να αναλάβει και να παίξει το ρόλο που απαιτούν οι σημερινές συνθήκες, αυτόν του παραγωγού-μεταποιητή-επιχειρηματία, ανταποκρινόμενος με επιτυχία στις απαιτήσεις της αγοράς.   

   Η επένδυση στη γνώση και στη μόρφωση είναι κεφαλαιώδους σημασίας υπόθεση, που αφορά το μέλλον του καθενός ατομικά αλλά και του τόπου. Η απαξίωσή της θα είναι καταστροφική, θα γυρίσει τη χώρα δεκαετίες πίσω. Αυτό πρέπει να γίνει συνείδηση όλων, γονιών και μαθητών, μα προπαντός της πολιτείας, ώστε να μεριμνήσει για την αποφυγή ενός τέτοιου ενδεχομένου και να γίνει έμπρακτα αρωγός της νέας γενιάς, μιας γενιάς που δεν ευθύνεται καθόλου για όσα ήδη βιώνει και καλείται ν’ αντιμετωπίσει. Αλλιώς όπως λέει και ο ποιητής «θα ‘ρθουν  και θα μας δικάσουν οι αγέννητοι νεκροί».